Η Αντίπαρος (η αρχαία Ωλίαρος, όνομα φοινικικής πιθανώς προέλευσης) υπήρξε ανέκαθεν δεμένη με την απέναντι Πάρο, από την οποία τη χωρίζει ένας στενός, ρηχός πορθμός. Ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. η ευρύτερη περιοχή γνώρισε τον Κυκλαδικό Πολιτισμό, ενώ το περίφημο Σπήλαιο ήταν γνωστό και επισκέψιμο από την αρχαιότητα, όπως μαρτυρούν οι χαραγμένες επιγραφές στα τοιχώματά του.
Το κοντινό Δεσποτικό αναδείχθηκε σε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο: εκεί, στη θέση Μάντρα, λειτούργησε κατά την αρχαϊκή περίοδο (7ος–6ος αι. π.Χ.) μεγάλο ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα, το οποίο αποκαλύπτεται σήμερα από τις ανασκαφές — ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά έργα των Κυκλάδων.
Μετά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο, το νησί πέρασε στους Ενετούς με το Δουκάτο του Αιγαίου. Τον 16ο αιώνα η οικογένεια των Λορεντάνο (και αργότερα των Σομμαρίπα) οχύρωσε τη Χώρα χτίζοντας το χαρακτηριστικό Κάστρο, με τα σπίτια σε κυκλική διάταξη γύρω από κεντρικό πύργο, ως προστασία από τις συχνές πειρατικές επιδρομές.
Επί Οθωμανικής κυριαρχίας η Αντίπαρος παρέμεινε ένα μικρό αγροτικό και αλιευτικό νησί. Το 1673 ο Γάλλος πρέσβης Νουαντέλ οργάνωσε τη θρυλική χριστουγεννιάτικη λειτουργία μέσα στο Σπήλαιο, γεγονός που το έκανε γνωστό στην Ευρώπη και προσέλκυσε περιηγητές. Ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος μετά την Επανάσταση του 1821, η Αντίπαρος διατήρησε τον ήσυχο χαρακτήρα της μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όταν ο τουρισμός την ανέδειξε σε κοσμοπολίτικο αλλά διακριτικό προορισμό.