Η Τήνος κατοικείται από την αρχαιότητα και στα αρχαία χρόνια φημιζόταν πανελλήνια για το ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια, τόπο θεραπείας και προσκυνήματος. Το νησί, γνωστό και ως «Οφιούσσα» και «Υδρόεσσα» για τα άφθονα νερά και τα φίδια του, γνώρισε ακμή στους ελληνιστικούς χρόνους.
Στους βυζαντινούς χρόνους ο πληθυσμός οχυρώθηκε στο απρόσιτο Εξώμπουργο. Το 1207, μετά την Τέταρτη Σταυροφορία, η Τήνος πέρασε στους Ενετούς και συγκεκριμένα στην οικογένεια Γκίζη, που έχτισε το κάστρο Σάντα Ελένα στην κορυφή του λόφου.
Επί Ενετοκρατίας (1207–1715) η Τήνος υπήρξε το τελευταίο βενετσιάνικο προπύργιο στο Αιγαίο — παραδόθηκε στους Οθωμανούς μόλις το 1715, πολύ αργότερα από τα υπόλοιπα νησιά. Γι' αυτό διατηρεί ως σήμερα ισχυρή καθολική κοινότητα, καθολικά μοναστήρια και τους χαρακτηριστικούς περιστεριώνες που εισήγαγαν οι Ενετοί.
Το 1823, λίγα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας — ύστερα από το όραμα της Αγίας Πελαγίας — μετέτρεψε το νησί σε εθνικό προσκύνημα και σύμβολο της νεοσύστατης Ελλάδας. Παράλληλα, η μαρμαρογλυπτική παράδοση του Πύργου ανέδειξε κορυφαίους καλλιτέχνες, όπως ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ο Δημήτριος Φιλιππότης. Σήμερα η Τήνος αναγεννιέται ως γαστρονομικός και πολιτιστικός προορισμός, χωρίς να χάνει τον αυθεντικό της χαρακτήρα.