Η Σίφνος κατοικείται από τη νεολιθική εποχή, όμως γνώρισε τη μεγάλη της ακμή κατά την αρχαϊκή περίοδο (6ος αι. π.Χ.), όταν πλούτισε από τα χρυσωρυχεία και τα αργυρωρυχεία της. Ήταν από τα πλουσιότερα νησιά του Αιγαίου, με τόσο πλούτο ώστε αφιέρωσε στους Δελφούς τον περίφημο Θησαυρό των Σιφνίων, ένα από τα λαμπρότερα οικοδομήματα του ιερού.
Ο μύθος λέει πως οι Σίφνιοι υποσχέθηκαν στον Απόλλωνα έναν χρυσό λίθο κάθε χρόνο, αλλά όταν σταμάτησαν να τηρούν το τάμα, τα μεταλλεία πλημμύρισαν από τη θάλασσα και ο πλούτος χάθηκε. Η αρχαία πόλη βρισκόταν στη θέση του σημερινού Κάστρου, ενώ η οχυρωμένη ακρόπολη στον λόφο του Αγίου Ανδρέα μαρτυρεί κατοίκηση ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους.
Μετά τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή περίοδο, το νησί πέρασε στο Δουκάτο του Αιγαίου και αργότερα στην οικογένεια των Ντα Κόρονια και των Γοζαδίνων, που οχύρωσαν το Κάστρο. Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας η Σίφνος διατήρησε προνόμια και άκμασε πνευματικά — εδώ λειτούργησε η φημισμένη Σχολή του Παναγίου Τάφου, ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του υπόδουλου ελληνισμού.
Με την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος, η οικονομία στηρίχθηκε στην κεραμική, την αγροτική παραγωγή και τη ναυτιλία. Οι Σιφνιοί αγγειοπλάστες («τσουκαλάδες») ταξίδευαν σε όλο το Αιγαίο πουλώντας τα πήλινα. Στη νεότερη εποχή, ο Νικόλαος Τσελεμεντές, γεννημένος στη Σίφνο, εδραίωσε τη φήμη του νησιού ως γαστρονομικού προορισμού — και σήμερα ο τουρισμός αναδεικνύει διεθνώς την αυθεντική ταυτότητα της Σίφνου.